Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γομφωτήριος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γόμνη
γόμορ
Γόμορρα
γόμος
γομοφόρος
γομόω
γομφαλγία
γομφάριον
Γομφεύς
γομφιάζω
γομφίασις
γομφιασμός
γομφιάω
γομφίλη
γομφιόδουπος
γομφίον
γομφίος
γομφίτης
γομφόδετος
Γόμφοι
γομφοπαγής
γόμφος
Γόμφος
γομφότομος
γομφόω
γομφώδης
γόμφωμα
γόμφωσις
γομφωτήρ
γομφωτήριον
γομφωτήριος
γομφωτική
γομφωτικός
γομφωτός
γόμωσις
γονά
γονάγρα
γοναγρός
Γονανή
γονάρ
γονάς
γόνατα
Γονατᾶς
γονατίζω
γονάτιον
γονατίς
γονατόδεσμος
γόνατον
γονατόομαι
γόνατος
γονατώδης
γονάχιον
γονάω
Γόνδραι
γονεά
ΓονεϜάτας
γονεία
Γονεῖς
γονετής
γονεύς
Γονεύς
…
γομφωτήριος
Save
Pape
γομφωτήριος
, Sp. = γομφωτικός, τά,
Werkzeuge zu γομφωτήρ, Schol. Od
. 5.246.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}