γονώδης
γονώδης, ες,
- = γονοειδής, Hp. Coac. 446.
semejante a esperma subst. neutr. plu.
(κοιλίη) διαδιδοῦσα σμικρὰ γονώδεα, μυξώδεα
en las heces
γονώδης, ης, ες, c. γονοειδής, Hpc. 190g.
Étym. γόνος, -ωδης.
γονώδης, ες, = γονοειδής, Hippocr.