γονόρροιος
aquejado de gonorrea subst.
γονορροίοις ... καὶ λεπροῖς ἡ πόλις ὅλη ... ἀπεκέκλειστο
γονόρροιος, ος, ον, c. le préc. Jos. B.J. 5, 5, 6 ; 6, 9, 3.
γονόρροιος, am Samenfluß leidend, Jos.
aquejado de gonorrea subst.
γονορροίοις ... καὶ λεπροῖς ἡ πόλις ὅλη ... ἀπεκέκλειστο