γραμμοτόκος
γραμμοτόκος, mother of lines
γραμμοτόκος, ον,
- mother of lines, μέλασμα, of the leaden plummet, AP 6.63 (Damoch.).
que engendra líneas
γραμμοτόκῳ πλήθοντα μελάσματι κυκλομόλυβδον
*γραμμο·τόκος, v. γραμματόκος.
γραμμοτόκος, s. γραμματόκος.