γραμματοφυλάκιον
γραμματοφυλάκιον, a box for keeping records
γραμμᾰτο-φῠλάκιον [ᾰκ], τό,
- a place for keeping records, Plu. Arist. 21, OGI 669.23 (i A. D.), IG 5(2).516 (Lycosura, i A. D.), 5(1).20 (Sparta, ii A. D.): in pl., τὰ τῆς πόλεως γ. BGU 913.4 (iii A. D.).
- II deed-box, EM 412.38.
1 archivo
ἐν τοῖς δημοσίοις γραμματοφυλακίοις
καταπρησθῆναι γ.
ἀράμενός θ' ὑδρίαν ἀπὸ τοῦ γραμματοφυλακίου
ἐν ἀγοραῖς καὶ γραμματοφυλακίοις ... κυλινδεῖσθαι
2 cofre
παρὰ Δελφοῖς ζύγαστρον καλεῖται τὸ γ.
γραμματοφυλάκιον, ου (τὸ) [μᾰῠᾰ] c. le préc. Plut. Arist. 21.
γραμματοφυλάκιον, τό, Ort zur Aufbewahrung von Schriften, Archiv, Plut. Arist. 21.
γραμματοφυλάκιον
φυλακή
- a box for keeping records, Plut.