γραμματοφόρος
γραμματοφόρος, letter-carrying
- letter-carrier, Plb. 2.61.4, al., Plu. Pel. 10.
I
1 portador de cartas, mensajero
γραμματοφόρον εἰσήγαγον
ἐξαπέστειλε ... γραμματοφόρους
ὁ ... πρεσβευτὴς ἢ γ.
ὁ γ. καὶ τὴν ἐπιστολὴν ἐπιδούς
ἔδει δὲ πανταχόσε τῆς ἀρχῆς διαθεῖν τοὺς γραμματηφόρους τὰ ἐπιτάγματα τοῦ Ἀλεξάνδρου κομίζοντας
παρεγένετο ἀπὸ βασιλέως Κροίσου γ.
2 esp. biz. cartero, correo del servicio postal urgente, esp. fluvial
ἁλιαδίτης ἤτοι γραμματηφόρος τοῦ ὀξέως δρόμου
ἁ[λιάδας εἰς τὴν τῶν] γραμματηφόρων ὑπηρεσίαν
οἱ διὰ τοῦ πλοῦ τὴν ὁδοιπορίαν ποιούμενοι γραμματοφόροι
II adj.
1 portador de la carta, que lleva la carta, o más bien esta carta
οἱ γραμματηφόροι γεωργοί
γ. ἀνήρ
μετὰ τῆς γραμματηφό[ρου γυναικό]ς
τοῦτο ἔπεμψα διὰ τοῦ γραμματηφόρου σταβλίτου
• subst.
Ἑλλάδιος ... ἔγραψεν μοι διὰ τοῦ γραμματηφόρου
ἡ γ.
2 del servicio de correos, postal
ἁλιάδες γραμματηφόροι τοῦ ὀξέως δρόμου
lanchas o falúas correo del cursus velox
- letter-carrying, Polyb.