γραμμιαῖος Save γραμμιαῖος, linear LSJ DGE γραμμ-ιαῖος, α, ον, linear, σχῆμα Dam. Pr. 262. γραμμιαῖος -α, -ον lineal γραμμιαίου σχήματος ... ἡ χρῆσις Dam.in Prm.262.