γραμματοφορέω
γραμματοφορέω, to carry letters
γραμμᾰτο-φορέω,
- carry or deliver letters, Str. 5.4.13.
llevar cartas, servir de correo
ἀντὶ δὲ στρατείας ἡμεροδρομεῖν καὶ γραμματοφορεῖν ἀπεδείχθησαν ἐν τῷ τότε δημοσίᾳ
γραμματοφορέω-ῶ (seul. inf. prés.) [μᾰ] porter des lettres, Str. 251.
Étym. γραμματοφόρος.
γραμματοφορέω, Briefe tragen, Strab. V p. 251.
γραμματοφορέω
from γραμματοφόρος
- to carry or deliver letters, Strab.