About Report a problem

Menu

γυναικουφής

γυναικ<ο>υφής -ές

tejido por mujeres o para mujeres τεχνῖται τῆς κατὰ τὴν ἐρέαν πᾶσαν γυναικ<ο>υφῆ (sc. τέχνης) PSI 341.2 (III a.C.) en BL 8.397.

Saved

Recent