Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γυναικόομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γυναικοήθης
γυναικοθοίνας
Γυναικοθοίνας
γυναικόθυμος
γυναικοθύμως
γυναικοϊέραξ
γυναικοκήρυκτον
γυναικόκλωψ
γυναικόκοσμοι
γυναικοκρασία
γυναικοκράτεια
γυναικοκρατέομαι
γυναικοκράτητος
γυναικοκρατία
γυναικοκτόνος
Γυναικολιμενίτης
γυναικομανέω
γυναικομανής
γυναικομανία
γυναικόμασθον
γυναικόμασθος
γυναικομαστοβορέω
γυναικόμιμος
γυναικόμορφος
γυναικονῖτις
γυναικονοήμων
γυναικονομέω
γυναικονομία
γυναικονόμοι
γυναικονόμος
γυναικόομαι
γυναικοπαθέω
γυναικοπαθής
γυναικοπίπης
γυναικοπληθής
γυναικόποινος
Γυναικοπολίτης
γυναικοπρεπής
γυναικοπρεπώδης
γυναικοπρόσωπος
Γυναικόσπολις
γυναικοτραφής
γυναικότροφος
γυναικοτρόφος
γυναικουφή
γυναικουφής
γυναικοφίλης
γυναικοφιλής
γυναικοφόνος
γυναικόφρων
γυναικοφυής
γυναικόφωνος
γυναικόψευτος
γυναικοψυκτής
γυναικόψυχος
γυναικόω
γυναικώδης
γυναικών
Γυναικῶν λιμήν
Γυναικῶν πόλις
γυναικωνίτης
…
γυναικόομαι
Save
Pape
γυναικόομαι
, pass.,
zum Weibe, weibisch werden
, Hippocr.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}