δέσκαλος Save LSJ DGE δέσκαλος, ἡ, dub. sens., ἀσπάζεται ἡμᾶς . . Ἀθηναῒς ἡ δέσκαλος BGU 332.9 (ii/iii A. D.). δέσκαλος v. διδάσκαλος.