Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δέρρος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δέρμητες
δερμοκουκούλιον
Δερμονεῖς
δερμόπτερος
δερμορράφιον
δερμότυλον
δερμύλλω
Δέρνης
Δερξεύς
Δερξίας
δέρξις
δεροεργής
δέρον
δέρος
δέροτρον
δέρρα
Δερραῖοι
δέρρη
δερρίδιον
δερριδόγομφος
Δέρριμα
Δέρριοι
δέρριον
δερρίον
Δερρίοπες
Δερρίοπος
δέρρις
Δέρρις
δερρίσκος
δερριστήρ
δέρρος
Δερσαῖοι
δερτόν
δέρτρον
Δερτών
Δέρτωσσα
Δερφοί
δέρω
Δεσαρήτιοι
δεσαύχενες
δεσαύχην
δεσέρτωρ
δεσιγνᾶτος
δέσις
δεσκάλη
δέσκαλος
δέσμα
δεσμά
δεσμάτιον
δέσμευσις
δεσμευτήριον
δεσμευτής
δεσμευτικός
δεσμεύω
δεσμέω
δέσμη
δεσμή
δέσμημα
δέσμησις
δεσμίας
δεσμίδιον
…
δέρρος
Save
Bailly 2024
δέρρος,
εος-ους
(
τὸ
)
peau, cuir,
Spt.
Jud.
4, 18,
dout.
Étym.
cf. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}