δαιτυμών
δαιτυμών, one that is entertained, an invited guest
- one that is entertained, guest, (but in Od. 4.621 of those who bring each his portion) Hom. only in pl., Od. 7.102, 148, al, cf. Hdt. 1.73, etc.: in sg., Pl. R. 345c, Arist. Pol. 1282a22.
1 convidado, comensal en un banquete, gener. plu.
ἄνδρες
οἱ ἑστιωμένοι
• fig. ref. a peces, en uso pred. preparado para un festín
ἀμφαγέρονται δαιτυμόνες κατὰ χῶρον
2 subst. ὁ δ. comensal, convidado
κοῦροι ... φαίνοντες νύκτας ... δαιτυμόνεσσι
θῆκε θρόνον ... μέσσῳ δαιτυμόνων
μέγαρόν τε πλεῖον δαιτυμόνων
παρὰ δαιτυμόνεσσι πρέπει παιᾶνα κατάρχην
Ἄλκμαον, πόσε δαι[τυμόν]ας τε λιπὼν καὶ ἄριστον ἀοιδὸν ... ἀνέστας;
οἱ παρεόντες δαιτυμόνες τῶν κρεῶν τούτων ἐπάσαντο
ποῦ τῶν χθὲς μὲν δαιτυμόνων
μέλλοντος πίπτειν ἐκτὸς ἔθεσθέ κοτε δαιτυμόνων ἄπο μοῦνον
ἵν' ἑκάστου δέκα δαιτυμόνας θῶμεν
ἐκαλοῦντο δαιτυμόνες οἱ παράσιτοι τότε
δαιτυμόνων φάλαγγες
ἥμισυ δαιτυμόνων
• de los participantes de un banquete, al que aportan alimentos
δαιτυμόνες δ' ἐς δώματ' ἴσαν ... οἱ δ' ἦγον μὲν μῆλα, φέρον δ' ... οἶνον
• fig.
ὡς λογικοὶ δαιτυμόνες
como invitados espirituales
• sg. Strato Com.1.11,
ὥσπερ δαιτυμόνα τινὰ καὶ μέλλοντα ἑστιάσεσθαι
(γνῶναι) θοίνην ὁ δ. ἀλλ' οὐχ ὁ μάγειρος
νομέα καὶ ποιμένα ... τῶν λαῶν γιγνόμενον, οὐχ ἑστιάτορα καὶ δαιτυμόνα
ὁ Νοῦς οἰνοχόος ... ἁμαρτῶν σφήλῃ τὸν δαιτυμόνα καὶ καταβάλῃ
μηδὲ τὸν δαιτυμόνα αἰδεσθείς
3 ref. anim. devorador
ἀμφαγέρονται δαιτυμόνες κατὰ χῶρον
-όνος, ὁ
[δαιτύς.]
Dat. δαιτυμόνεσσι Od. 7.102, Od. 22.12.
A guest at or partaker of a meal or feast Od. 4.621, Od. 7.102, 148, Od. 8.66 = 473, Od. 9.7, Od. 15.467, Od. 17.605, Od. 22.12 (in the last two passages of the self-invited guests, the suitors).
- one that is entertained, an invited guest, in pl., Hom., Hdt.:—in sg., Plat.; ὁ ξένων δαιτυμών who makes his meal on strangers, Eur.