δαιτυμονεύς
δαιτῠμ-ονεύς, Ep. gen. ῆος, ὁ, = sq., Nonn. D. 2.666.
1 convidado
χθονίου δείπνοιο θεοὺς ἔχε δαιτυμονῆας
2 devorador
ἥπατος ἡβώοντος ἀφειδέα δαιτυμονῆα
δαιτυμονεύς, έως, épq. ῆος (ὁ) [ῠ] convive, Nonn. D. 2, 666.
Étym. δαιτυμών.
δαιτυμονεύς, ὁ, Schmauser, Nonn. D. 2.666.