δαιτρεύω
δαιτρεύω, to cut up, to cut up for distribution
- divide, esp. cut up meat, δαιτρεῦσαί τε καὶ ὀπτῆσαι to cut up and roast it, Od. 15.323; ἂν δὲ . . ἵστατο δαιτρεύσων to carve, 14.433; τὰ δʼ ἄλλʼ ἐς δῆμον ἔδωκε δαιτρεύειν to cut up for distribution among the people, Il. 11.705, cf. 688; ἵππους δαίτρευον, of the Amazons, A.R. 2.1176; τὰ πιότερα τῶν προβάτων Them. Or. 13.171c; of animals, devour prey, Opp. H. 2.294: —Med., ib. 606, Nonn. D. 5.363, al.:—Pass., Lyc. 160, etc.
1 repartir abs., rel. botín
οἱ δὲ ... ἡγήτορες ἄνδρες δαίτρευον
τὰ δ' ἄλλ' ἐς δῆμον ἔδωκε δαιτρεύειν
• rel. carne trinchar para repartir
ἂν δὲ συβώτης ἵστατο δαιτρεύσων
δαιτρεῦσαί τε καὶ ὀπτῆσαι καὶ οἰνοχοῆσαι
2 c. ac. compl. dir. despiezar c. suj. de pers., a un animal para el sacrificio
τοὺς δ' ἕταροι ... κόπτον δαίτρευόν τε (βόας)
• sacrificar
ἵππους
• c. suj. de animales desgarrar
πολλὰ δ' ὀδόντες ὑπὸ στόμα δαιτρεύουσιν
ὄφρα μιν ... διὰ στόμα δαιτρεύσωμεν
(πουλύπους) οὐδὲν ἀμυνόμενος, δαιτρεύεται
• en v. med. mismo sent.
εἰσόκε σάρκα ... ὑπὸ στόμα δαιτρεύσωνται
ἄρκτοι ... ἐδαιτρεύσαντο (με) γενείοις
[δαιτρός.]
- 1
To carve meat Od. 14.433, Od. 15.323.
- 2
To make an apportionment of spoil Il. 11.688, 705.
- 1
- to cut up meat, cut into joints or to carve, Od.: to cut up for distribution among the people, Il.