δαφοινεός
δαφοινεός, dark
δᾰφοινεός, όν,
- = δαφοινός, εἷμα δαφοινεὸν αἵματι dark with blood, Il. 18.538, cf. Hes. Sc. 159.
rojo
εἷμα ... δ. αἵματι
δα·φοινεός, ός, όν [ᾰ] c. δαφοινός, Il. 18, 538 ; Hés. Sc. 159.
δαφοινεός, Nebenform von δαφοινός, wie ἀδελφεός ἀδελφός ; Homer einmal, Il. 18.538 εἷμα δαφοινεὸν αἵματι φωτῶν, vgl. Scholl. Herodian.; Hes. Sc. 159.
δαφοινεός
[= δαφοινός.]
Red (with blood) Il. 18.538.