δειπνητής
δειπνητής, diner, guest
δειπν-ητής, οῦ, ὁ,
- diner, guest, Plb. 3.57.7.
comensal
(τινες) ἀγνοοῦσι παραπλήσιόν τι πάσχοντες τοῖς λίχνοις τῶν δειπνητῶν
δ.·
cenator
δειπνητής, οῦ (ὁ) convive, Pol. 3, 57, 7.
Étym. δειπνέω.
δειπνητής, ὁ, der Speisende, Gast, Pol. 3.57.7.