About Report a problem

Menu

δεκάταρχος

δεκάταρχος, head of a δεκαταρχία

δεκᾰταρχ-ος, ὁ,
  • head of a δεκαταρχία, PSI 4.337.4 (iii B.C.); τῶν λατόμων PPetr. 2 p.6; v.l. for δεκαδάρχης, LXX 1 Ma. 3.55.

Saved

Recent