δεκατημόριον
δεκατημόριον, tenth part
δεκᾰτη-μόριον, τό, (μέρος)
- tenth part, Pl. Lg. 924a.
décima parte
τὸ τῆς ἐπικτήτου δ.
la décima parte de los bienes ganancialesαἱ δὲ τρεῖς ἡμέραι δ. τοῦ μηνός
δ. τοῦ <τοῦ> ἀγκῶνος μήκους
τῶν τετραπόδων ἁπάντων
(τῆς ὥρας)
δεκατη·μόριον, ου (τὸ) [ᾰ] la 10e partie, la dîme, Plat. Leg. 924a.
Étym. δέκατος, μόριον.
δεκατημόριον, τό, der zehnte Teil, Plat. Legg. XI.924a.