δεκάτευσις
δεκάτευσις, decimation
δεκάτ-ευσις, εως, ἡ,
- decimation, D.H. 1.24.
1 acción de diezmar, diezma
• en el ejército, D.C.Epit.7.17.6.
2 ofrenda del diezmo
ἐπ' αὐτῷ (βωμῷ) δεκατεύσεις χρημάτων γίνονται ... κατ' εὐχάς
δεκάτευσις, εως (ἡ) [ᾰ]
1 prélèvement ou paiement de la dîme, DH. 1, 40 ||
2 action de décimer, décimation, DH. 1, 24.
Étym. δεκατεύω.
δεκάτευσις, ἡ, die Nehmung des zehnten Teiles, z.B. des zehnten Mannes, Dezimierung, Dion.Hal. 1.24 ; χρημάτων 1.40.