δεκάτευμα
δεκάτευμα, tenth, tithe
δεκάτ-ευμα [κᾰ], ατος, τό,
- tenth, tithe, Call. Epigr. 39.6 Pf. (pl.).
diezmo, décima parte
τὰ δῶρα ... εἵσατο τῶν κερδέων δεκατεύματα
ῥιπίδα ... θῆκε ... ἐξ εὐνῆς δ.
δεκάτευμα, ατος (τὸ) [κᾰ] dîme, Call. Ep. 40 ; Anth. 6, 290.
Étym. δεκατεύω.
δεκάτευμα, τό, der Zehend, Callim. 20 (XIII.25); ἐξ εὐνῆς Diosc. 12 (VI.290).