δεύτατος
δεύτατος, the last
δεύτατος, η, ον, Sup. of δεύτερος,
- = ὕστατος, the last, Il. 19.51, Mosch. 4.65, Schwyzer 90.3, 92.2 (Argos, iii B. C.), etc.:—prob. f.l. in Pi. O. 1.50.
sup. de δεύτερος el último
δ. ἦλθεν
πάντων βῆ δ.
τοῦτ' ... δεύτατον εἶπεν ἔπος
τί δὲ δ. εἴπω;
ἀμφὶ δεύτατα
a lo último en una comida, e.e., a los postresἐν ἠοῖ δευτατίῃ
δεύτατος, η, ον [ᾰ] litt. tout à fait le second, c. à d. le dernier, Il. 19, 51 ; Od. 1, 286 ; 23, 342 ; Mosch. 4, 65.
Étym. sup. de δεύτερος.
δεύτατος, der letzte, superlativ. zu δεύτερος, von δεύεσθαι, Scholl. Aristonic. Il. 19.51 ἡ διπλῆ, ὅτι δεύτατος ἀπὸ τοῦ δεύεσθαι ὁ ἔσχατος· τὸ δὲ δεύεσθαι ἐνδεῖν ἐστι, vgl. Scholl. Aristonic. Il. 23.248. Bei Homer findet sich δεύτατος dreimal, überall an derselben Stelle des Verses, mit dem 2. Fuße beginnend : Il. 19.51 αὐτὰρ ὁ | δεύτατος ἦλθεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων ; Od. 1.286 ὅς γὰρ | δεύτατος ἦλθεν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων ; 23.342 τοῦτʼ ἄρα | δεύτατον εἶπεν ἔπος. – Mosch. 4.65.
δεύτατος
[superl. to δεύτερος.]
Last, the last: ἦλθεν Il. 19.51: Od. 1.286, τοῦτο δεύτατον εἶπεν ἔπος Od. 23.342.
δεύτᾰτος
- 1last, end of τραπέζαισί τʼ ἀμφὶ δεύτατα κρεῶν σέθεν διεδάσαντο (δεύτερα e codd. Athenaei Schweighauser. at the end of the meal) O. 1.50
δεύτατος (sup. of δεύτερος): last.
δεύτατος
Sup. of δεύτερος
- the last, Il.