δημοσίωσις
δημοσίωσις, registration
- registration of a deed in the record office, POxy. 906.9 (ii/iii A. D.), 1200.7 (iii A. D.), etc.
1 registro público y legalización de contratos privados del tipo χειρόγραφον mediante el envío de dos copias a la oficina del ἀρχιδικαστής de Alejandría
χειρογράφου
τῆς τετελειωμένης δημοσιώσεως ἀντίγραφον ὑπόκειται
διὰ τὸ ἐντεῦθεν εὐδοκεῖν με τῇ ἐσομένῃ δημοσιώσει
τὴν γενομένην αὐτῆς (τῆς συγγραφῆς) διὰ τοῦ καταλογείου δημοσίωσιν
• p. ext. ref. al documento legalizado mediante este procedimiento
τῷ γὰρ ἀναδιδοῦντί σοι τὸ ἐπιστόλιον ἔδωκα δημοσιώσεις δύο καὶ τούτων τὰς ἐπιστολάς
2 quizá actividad pública
σημαίνει ... κρίσιν, δημοσίωσιν, πρᾶξιν