δημοσιοφύλαξ
δημοσιοφύλαξ, treasury official
δημοσιοφύλαξ [ῠ], Dor. δᾱμοσιο-, ακος, ὁ,
- treasury official, SIG 529.4, 531.26 (Dyme, iii B. C.).
δημοσιοφύλαξ, treasury official