δημοχαριστικῶς
δημοχαριστικῶς, like a δημοχαριστής
δημο-χᾰριστικῶς,
- like a δημοχαριστής, Sch. Il. 2.350.
δημοχαριστικῶς, dem Volke schmeichelnd, Schol. Ven. Il. 2.350.
δημοχαριστικῶς, like a δημοχαριστής