δηναιότης Save δηναιότης, long life LSJ DGE Grieks Nederlands δηναιότης, ητος, ἡ, long life, Democr. 201. δηναιότης -ητος, ἡ larga vida, longevidad Democr.B 201. δηναιότης -ητος, ἡ [δηναιός] lang leven.