διαναπηδάω Save LSJ Pape διανα-πηδάω, f.l. for ἀναπηδάω, X. Cyr. 1.4.4. διαναπηδάω, um die Wette hinauf springen, ἐπὶ τοὺς ἵππους Xen. Cyr. 1.4.4.