διανεκής Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape διᾱνεκής, ές, v. διηνεκής. διανεκής v. διηνεκής. διανεκής, v. διηνεκής. διᾱνεκής zie διηνεκής. διανεκής, [διᾱ], s. διηνεκής.