διεξιχνεύω
διεξιχνεύω, search through
διεξ-ιχνεύω,
- search through, δικαιώματα PMasp. 167.35 (vi A. D.).
seguir el rastro de, investigar
τοὺς τόπους καὶ τοὺς οἰκοδεσπότας
• rebuscar en
ὁπόταν ... διεξιχνεύσω πάντα τὰ ἐμὰ δικαιώματα καὶ ἐξευρήσω τ[αύτην] (ἀσφάλειαν)