διεξέλευσις
διεξ-έλευσις, εως, ἡ,
- = διέξοδος, Sch. A.R. 4.1573.
salida
glos. a διέκδυσις
glos. a διήλυσις
διεξέλευσις, ἡ, Erkl. von διήλυσις, Schol. Ap.Rh. 4.1573.
salida
glos. a διέκδυσις
glos. a διήλυσις