διεξερπύζω
deslizarse, volver
εἰς τὰ σφέτερα ἤθη καὶ νομοὺς διεξερπύσει
δι·εξερπύζω (seul. fut. 3 sg. -ύσει) c. le suiv. Arstt. Mund. 6, 20.
διεξερπύζω, durch- u. herausschleichen, εἰς νομούς, Arist. mund. 6.16.
deslizarse, volver
εἰς τὰ σφέτερα ἤθη καὶ νομοὺς διεξερπύσει