διεσπαρμένως
διεσπαρμένως, in a disjointed manner
διεσπαρμένως, Adv., (διασπείρω)
- in a disjointed manner, Aristid. Quint. 1.2, v.l. for sq. in Gal. UP 16.1.
adv. sobre el part. perf. pas. de ἐν τοῖς βιβλίοις συνέγραψαν
περί τινος ἐξηγήσασθαι
τὸ πνεῦμα ... κατὰ μικρὰ μὲν ἐκκρινόμενον καὶ δ.
κεῖται
διεσπαρμένως, adv. çà et là, A. Quint. p. 4 ; Gal. 2, 232.
Étym. διασπείρω.