About Report a problem

Menu

διέρομαι

διέρομαι, ask

διέρομαι, Ep. διείρομαι,
  • ask or question closely, τί με ταῦτα διείρεαι; Od. 4.492; μὴ ταῦτα διείρεο Il. 1.550, etc.: aor. inf., διερέσθαι τινὰ ἐρώτησιν Pl. Phlb. 42e; διήρετο D.C. 38.4.

Saved

Recent