διευκρινέω
διευκρινέω, to separate accurately, arrange carefully
- arrange carefully, διηυκρινημένοι ὁπλῖται X. Oec. 8.6.
- II examine thoroughly, elucidate, ὑπέρ τινος Plb. 2.56.4; περί τινος ποτέροις . . Id. 3.28.5; τὰ ἀπορούμενα D.H. Comp. 20, cf. Phld. l.c., Porph. Abst. 2.4, etc.:—Pass., ὁ περί τινος λόγος -εῖται Plb. 6.5.1, cf. Iamb. Myst. 8.4, al.:—Att., only in Med., as Pl. Prm. 135b, D. 27.15.
- 2 judge rightly, τὰ διαφέροντα Plb. 31.8.1, al.
I
1 separar
καθαρὸν δὲ τὸν καρπόν
ὅπως ... ἡ θυσία καὶ ἡ ἑστίασις συντελε[σθῇ δ]ιευκ[ρ]ινουμένων τῶν τε κατὰ τὰς πομπὰς κ[αὶ] τὰς θυσίας
τὸ θεῖον ... διευκρινηθὲν ὑπὸ τοῦ πυρός
2 ordenar bien en v. pas.
διηυκρινημένοι ὁπλίται
II
1 examinar con detalle, analizar
ὅσα δὲ συνεπιβάλλει τοῖς ... καιροῖς
τὰ πρὸς τοὺς Γαλάτας διαφέροντα τῷ βασιλεῖ
τ]ὸ δ' ἀκόλουθον ἐν τοῖς πράγμ[ασιν οὐ] διευκρίνηκεν
τὰ περὶ τὴν Ἑλλάδα
τὰ παρὰ πολλοῖς ἀπορούμενα
τὸ περὶ τῶν θυσιῶν σκέμμα
διευκρινεῖται λόγος παρὰ Πλάτωνι
• en v. med. mism. sent.
πάντα ἱκανῶς
2 distinguir claramente en v. med.
τοῦτ' οὖν διευκρινησάμενος
así que después de dejar claro este asuntoτὸ πιθανὸν τό τ' ἀμφιβόλως λεγόμενον διευκρινεῖσθαι
ἵνα διευκρινηθῶσιν αἱ ὑποστάσεις
3 resolver
πρόβλημα
1. goed scheiden:
2. med. zorgvuldig onderzoeken.
- to separate accurately, arrange carefully, Xen.