Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διευπορέω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διευδιάζω
διευδοκίμησις
διευεργετέω
διευημερέω
διευθετέω
διευθέτησις
διευθετίζω
διευθηνέομαι
διευθηνέω
διευθυδρομέω
διευθυμέομαι
διευθυντήρ
διευθυντής
διευθύνω
διευκρινέω
διευκρινημένως
διευκρινής
διευκρίνησις
διευκρινητέον
διευκρινισμένως
διευλαβέομαι
διευλαβητέον
διευλαβητέος
διευλυτέω
διευλύτησις
διευλυτόω
διευλύτωσις
διευμαρίζω
διευνάω
διευπέτεια
διευπορέω
διευπραγέω
διευριπιδίζω
διευριπίζω
διευρύνω
Διεύς
διευστοχέω
διευσχημονέω
διευτακτέω
διευτελίζω
διευτονέω
διευτονόω
διευτρεπίζω
διευτυχέω
Διευτυχίδας
διευφημέω
Διεύχης
Διευχίδας
διέφαγον
διεφθάρατο
διεφθαρμένως
διέφθορας
δίεφθος
διεφικνέομαι
διέφρασαι
διέχεια
διέχευαν
διεχής
διεχθραίνω
διεχθρεύω
διέχω
…
διευπορέω
Save
Bailly 2024
δι·ευπορέω-ῶ
(
inf. ao.
-ῆσαι
) avoir en abondance,
gén.
Chrys.
6, 115
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}