διευστοχέω
διευστοχέω, strengthd. for εὐστοχέω, D.H. Comp. 11.
lograr el objetivo, obtener éxito
τῆς ἐν ὀρχήσει χάριτος ἐν ἅπασι μὲν διευστοχούσης
δι·ευστοχέω-ῶ, atteindre le but, DH. Comp. p. 57, 5 Reiske.
διευστοχέω, durchaus das Ziel treffen, Dion.Hal. C.V. 11.