διευτρεπίζω
διευτρεπίζω, prepare
διευτρεπίζω,
- prepare, Suid. s.v. Σεμίραμις.
preparar
στρατείαν
διευτρεπίζω, wohl in Stand setzen ; στρατείαν Suid. v. Σεμίραμις.
διευτρεπίζω, prepare
preparar
στρατείαν