διομολογία
διομολογία, agreement, contract
διομολογ-ία, ἡ,
- agreement, contract, δ. ποιεῖν περί τινος Is. 11.21, 23; γίνεται δ. τῆς ὑπουργίας Arist. EN 1164a34.
acuerdo, convenio
περὶ αὐτῶν
τῆς ὑπουργίας
διομολογία, ας (ἡ) convention. Is. 86, 4 et 15 ; Arstt. Nic. 9, 1, 7.
Étym. διομολογέω.
διομολογία, ἡ, Uebereinkunft, Vertrag ; ποιεῖσθαι περί τινος Isae. 11.21 ; Arist. Eth. 9.1.