διρκαία
διρκαία, ἡ,
- = κιρκαία, Dsc. 3.119: δίρκαιον, τό, = δαῦκος, Ps.-Dsc. 3.72; = στρύχνον ὑπνωτικόν, Id. 4.72. δίρκος, ὁ, = φθείρ III, Paus.Gr. Fr. 131.