Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διωρυκτής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Διώνη
Διωνία
Διωνιᾶται
Διωνιουσιαστή
Διώνου-
Διώνυ-
διωνυμέω
διωνυμία
διώνυμος
Διώνυσος
διώνυχος
διωξικέλευθος
διώξιος
Διωξίππη
διώξιππος
Διώξιππος
δίωξις
διωξίφαγρος
διωργισμένως
διώρη
Διώρης
διωρία
διωρισμένως
δίωρος
διώροφος
διωρυγή
διωρύγιον
διώρυγμα
διώρυγος
διωρυκτήρ
διωρυκτής
διῶρυξ
διώρυξις
διωρυχή
διωρυχικός
διῶσε
δίωσις
διωσμός
διωστήρ
δίωστρα
διώστρα
Διωτογένης
δίωτος
διώττας
διώττης
διωφέλλειν
διωχής
δίωχμος
διωχμός
δι’
Δλαμυρός
δλάχων
Δλάχων
δλεῦκος
δμᾶθεν
Δμαἱππίδαι
Δμασαγόρας
δματέα
δματήρ
δμηθείς
δμηθήτω
…
διωρυκτής
Save
Pape
διωρυκτής
, ὁ,
der Durchgrabende
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}