δμηθείς Save LSJ DGE Grieks Nederlands Pape Autenrieth Homer δμηθείς, δμηθήτω, v. δαμάζω. δμηθείς v. δάμνημι. δμηθείς ptc. aor. pass. van δαμάζω. δμηθείς, s. δαμάω. δμηθείς , δμηθήτω: see δάμνημι.