διϊσχάνω
διϊσχάνω, cleave
διϊσχάνω, poet. for διέχω,
- cleave, νύκτʼ ὀλοὴν οὐκ ἄστρα διίσχανεν οὐκ ἀμαρυγαὶ μήνης A.R. 4.1696.
atravesar, penetrar c. ac.
νύκτ' ὀλοὴν οὐκ ἄστρα διίσχανεν
δι·ϊσχάνω (seul. impf. 3 sg. διΐσχανεν) c. διέχω, A. Rh. 4, 1696.
διϊσχάνω, poet. = διέχω ; ἄστρα, durchscheinen, Ap.Rh. 4.1696.