δικαία
δῐκαία, Ion. δικαίη, ἡ,
- poet. for δίκη, like Σεληναίη for Σελήνη, Cerc. 18.5, cf. EM 24.48.
justicia
ο]ὐδὲ μέμνηται θεοῦ Δικαίης
δικαία, ἡ, poet. = δίκη, EM. p. 24.48.