δμητήρ
δμητήρ, a tamer
δμητήρ, ῆρος, ὁ,
- tamer, ἵππων h.Hom. 22.5, cf. Alcm. 9: fem., νὺξ δμήτειρα θεῶν Il. 14.259.
domador
δμητῆρ' ἵππων
δματῆ[ρε]ς [ἱ]ππότα[ι
πτερόεντος ... δαματῆρα Πηγάσου
de Belerofonteσίδηρος
δμητήρ, ῆρος (ὁ) qui dompte, qui maîtrise, gén. Hh. 21, 5 ; Alcm. (Sch.-Pd. P. 4, 318).
Étym. δαμάω.
δμητήρ, ῆρος, ὁ, Bezwinger, Bändiger ; H. h. 21.5 ; Alcm. bei Schol. Pind.
δμητήρ, ῆρος,
δαμάζω
- a tamer, ἵππων Hhymn.:— fem., νὺξ δμητεῖρα θεῶν Il.