δνόφεος
δνόφεος, dark
δνόφ-εος, α, ον,
- = sq., κάλυμμα B. 16.32, cf. Hsch. [accent corr. in Supp.]
oscuro, negro
γῆ
κάλυμμα
• fig.
δνοφέοις ἀχέεσσιν
δνόφεος, dark
oscuro, negro
γῆ
κάλυμμα
• fig.
δνοφέοις ἀχέεσσιν