δολοφροσύνη
δολοφροσύνη, craft, subtlety, wiliness
δολο-φροσύνη, ἡ,
- craft, subtlety, Il. 19.97, 112.
engaño, falacia
Ἥρη ... δολοφροσύνῃς ἀπάτησεν
Ζεὺς δ' οὔ τι δολοφροσύνην ἐνόησεν
τοὺς δὲ ἅμ' ἕπεσθαι ... δολοφροσύνῃσιν ἄνωγεν
(Circe) con engaños les mandaba seguirlaδολοφροσύνῃ δ' ἐκέκαστο
δολοφροσύναι ὀνείρων
•
σηπίαι ... δολοφροσύνῃσι μέλονται
δολοφροσύνη, ης (ἡ) [ῠ] ruse, fourberie, Il. 19, 97, 112 ||
➳ Dat. pl. épq. -ύνῃσ’ (pour -ύνῃσι), Il. 19, 97 ; -ύνῃσιν, A. Rh. 4, 687.
Étym. δολόφρων.
δολοφροσύνη, ἡ, listiger Anschlag, List ; Homer zweimal, Il. 19.97, 112 ; – Ap.Rh. 4.687.
δολοφροσύνη
-ης, ἡ
[δολόφρων, fr. δόλος + φρήν.]
Trickery, deceit Il. 19.112.
In pl.: δολοφροσύνῃς ἀπάτησεν Il. 19.97.
δολοφροσύνη : wile, Il. 19.97 (pl.) and 112.
δολοφροσύνη, ἡ,
- craft, subtlety, wiliness, Il. from δολόφρων