δόμα
δόμα, gift
δόμα2, house
- gift, Pl. Def. 415b, LXX Ge. 25.6 (pl.), Plu. Apophth.reg. 2.182e.
- 2 payment, PPetr. 2 p.11 (iii B. C.).
- = δῶμα, Max. 448, = τειχίον, Hsch.
I
1 don a los dioses, ofrenda
θεῷ δόμα θύματος como def. de θυσία
μιανῶ αὐτοὺς ἐν τοῖς δόμασι αὐτῶν
2 dádiva, entrega como pago o paga a cambio de algo
δ. μηνῶν δύο Ἀριστοδήμῳ καὶ τοῖς ... στρατιώταις
δ. ἀναπόδοτον
τὸ γὰρ προδοθὲν αὐτοῖς δόμ[α
ἀποπλήρωσιν τῶν ... δημοσίων καὶ ἑτέρων δομάτων
3 donación, regalo voluntario
τοῖς υἱοῖς ... ἔδωκεν Ἀβρααμ δόματα
οὐ βασιλικὸν ... τὸ δ.
ref. a una dracmaτροφῆς δεομένῳ μεταδιδόντος ... δ. μέν τι βραχύ, προθυμία δὲ μεγάλη παρὰ θεῷ
4 don, bien poseído
ἐκ τῶν αὑτοῦ δομάτων
a sus propias expensasἐκ τῶν τοῦ Θεοῦ δομάτων τὸ ... διάστυλον ἐποίησεν
• por voluntad divina, esp. jud.-crist. don espiritual
θεοῦ γάρ ἐστι δ. (ἡ δόξα)
δῶρα δομάτων διαφέρει
«δόμα» λέγων καὶ «δώσεις», ἀλλ' οὐκ «ἀπόδομα» οὐδ' «ἀποδώσεις»
diciendo «don» y «donarás», y no «pago» y «pagarás»τὸ ἀγαθὸν τοῦ θεοῦ δ.
II precepto
δόμα (quizá por δόγμα) συντομώτατον
muro Hsch.