Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Δομεστικός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δολοφροσύνη
δολόφρων
δολοφωνέω
Δολοχηνός
δόλοψ
Δόλοψ
δολόω
δόλπαι
Δολφοί
δολφός
δόλωμα
δόλων
Δόλων
Δολώνεια
Δολωνία
δολωνικός
Δολωνοφονία
δολῶπις
δόλωσις
δόμα
Δομάζηνες
Δόμαι
δομαῖος
Δόμανα
Δομανῖτις
δοματίζω
δομάω
δόμεν
δόμεναι
δομέοντι
Δομεστικός
δομεστικός
δομέστικος
Δομετ-
Δομετιανός
Δομετιοπολίτης
Δομέτιος
δομέω
δομή
δομήιος
δόμημα
δόμησις
δομήτειρα
δομήτωρ
Δομιτία
Δομιτιανή
Δομιτιανός
Δομιτίλλα
Δομιτιόπολις
Δομίτιος
δόμνα
Δόμνα
Δομνελλαῖος
Δομνεντίολος
Δόμνικος
Δομνῖνος
Δομνίων
Δόμνος
δόμονδε
δόμορτις
δόμος
…
Δομεστικός
Save
Bailly 2024
Δομεστικός,
οῦ
(
ὁ
) =
lat.
Domesticus
,
n d’h.
Anth.
App.
345
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}