δορπέω
δορπέω, to take supper
δορπέω,
- take supper, Il. 23.11, Od. 8.539.
cenar
δορπήσομεν ἐνθάδε πάντες
• tb. en v. med., Poll.6.102.
δορπέω-ῶ, souper, Il. 23, 11 (δορπήσομεν) ; Od. 8, 539 (δορπέομεν) ; 15, 302 (δορπείτην).
Étym. δόρπον.
δορπέω, zu Abend essen, vgl. δόρπον. Bei Homer δορπέω fünfmal. Il. 23.11 δορπήσομεν ; Od. 8.539 δορπέομεν ; 7.215 δορπῆσαι, var. lect. δειπνῆσαι, s. Scholl.; 15.302 ἐδόρπεον 3. plur. und δορπήτην, unregelmäßig statt δορπείτην.
δορπέω
[δόρπον.]
To take δόρπον Il. 23.11: Od. 7.215, Od. 8.539, Od. 15.302 (twice).
δορπέω , fut. -ήσομεν, ipf. 3 du. δορπείτην: sup.
δορπέω,
fut. -ήσω
δόρπον
- to take supper, Hom.