δορυθρασής Save Bailly 2024 Pape δορυ·θρασής, ής, ές [ᾰ] c. le préc. Nonn. D. 21, 162. Étym. δόρυ, θράσος. δορυθρασής, ές, speerkühn, mutig, Nonn. 21.162.